01-03-2015
Κατάθλιψη: Οι αναρρωτικές άδειες δεν βοηθούν

photo

Αργία μήτηρ πάσης κακίας είχε πει ο αρχαίος ημών πρόγονος, Σόλων και τα λόγια του φαίνεται να επιβεβαιώνονται και στην περίπτωση των καταθλιπτικών εργαζομένων.

 

Όπως υποστηρίζουν ερευνητές απ' το Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης και το Ίδρυμα Ερευνών του Πανεπιστημίου της Τασμανίας, Menzies,   οι εργαζόμενοι που πάσχουν από κατάθλιψη επωφελούνται απ' την προσέλευσή τους στην εργασία τους.

 

Το εύρημα αυτό προέκυψε από νέα μελέτη,  η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Plos One και  είναι η πρώτη που διεξήχθη  για την εκτίμηση του μακροπρόθεσμου οικονομικού κόστους και του αντίκτυπου που έχει στην υγεία των εργαζομένων η απουσία απ' την εργασία τους για λόγους που σχετίζονται με την κατάθλιψη, σε σύγκριση με τους ασθενείς που συνεχίζουν να πηγαίνουν στη δουλειά τους.

 

Κι ενώ από προηγούμενες έρευνες προέκυπτε ότι το στρες στο χώρο εργασίας μπορεί να αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη κατάθλιψης, οι Αυστραλοί ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι καταθλιπτικοί εργαζόμενοι μπορούν πραγματικά να επωφεληθούν περισσότερο πηγαίνοντας στη δουλειά τους απ' ότι να πάρουν αναρρωτική άδεια και να παραμείνουν στο σπίτι τους.

 

Επιπλέον, το κόστος για περίθαλψη και φάρμακα είναι μεγαλύτερο όταν βιώνουν την κατάθλιψη στον καναπέ τους, παρά όταν βρίσκονται στο γραφείο τους.

 

Για να καταλήξουν στα συμπεράσματα αυτά οι επιστήμονες μελέτησαν στοιχεία που παραχωρήθηκαν απ' την Στατιστική Υπηρεσία της Αυστραλίας και αφορούσαν σε σχεδόν 9.000 άτομα που είχαν συμμετάσχει σε μελέτη για την ψυχική υγεία.

 

« Αυτές είναι σημαντικές πληροφορίες για τους εργοδότες, τους επαγγελματίες υγείας και τους ίδιους τους εργαζόμενους, οι οποίοι έρχονται αντιμέτωποι με το δίλημμα, αν θα πρέπει να συνεχίσουν να εργάζονται ή να πάρουν αναρρωτική άδεια», δήλωσε η επικεφαλής της μελέτης Δρ Φιόνα Κόκερ.

 

 

 

Ωστόσο, έρευνα από τον Καναδά, κατέδειξε ότι τα δύο τρίτα των εργαζομένων που επέστρεψαν στη δουλειά τους έπειτα από αναρρωτική άδεια λόγω καταθλιπτικών διαταραχών παρουσίασαν προβλήματα συγκέντρωσης και μνήμης, δυσκολία στη λήψη αποφάσεων και στην εκτέλεση των καθηκόντων τους, ακόμη και αν είχαν πλέον αναρρώσει.