14-05-2015
Η αϋπνία μειώνει την ανοχή στον πόνο

photo

Τα άτομα που δεν έχουν καλή σχέση με το... Μορφέα φαίνεται να παρουσιάζουν μικρότερη ανεκτικότητα στον πόνο, σύμφωνα με νέα μελέτη από τη Νορβηγία.

 

Όσο εντονότερο είναι το πρόβλημα της αϋπνίας (ή της κακής ποιότητας ύπνου), τόσο μεγαλύτερη είναι και η ευαισθησία στον πόνο, αναφέρουν οι ερευνητές.

 

Στη μελέτη, με επικεφαλής τον Borge Sivertsen, του Νορβηγικού Ινστιτούτου Δημόσιας Υγείας, στο Μπέργκεν, συμμετείχαν περισσότεροι από 10.000 ενήλικες, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε μια τυποποιημένη δοκιμή ευαισθησίας στον πόνο, βουτώντας τα χέρια τους σε μια μπανιέρα με κρύο νερό για 106 δευτερόλεπτα, ενώ επιπλέον, υποβλήθηκαν, σε ερωτήσεις σχετικά με την ποιότητα του ύπνου τους (αϋπνία, διάρκεια ύπνου, χρόνος μέχρι να κοιμηθούν).

 

Πριν καταλήξουν στα συμπεράσματά τους, οι ερευνητές έλαβαν υπόψη τους και άλλους παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν την ανοχή στον πόνο, όπως η κατάθλιψη, το άγχος και ο επαναλαμβανόμενος πόνος.

 

Διαπίστωσαν ότι σχεδόν το ένα τρίτο των συμμετεχόντων ήταν σε θέση να κρατήσουν το χέρι τους στο κρύο νερό καθ' όλη τη διάρκεια της δοκιμής. Ωστόσο, οι πάσχοντες από αϋπνία  ήταν πιο πιθανό να απομακρύνουν το χέρι τους από το νερό νωρίτερα. Συγκεκριμένα, το 42 % των ατόμων με αϋπνία τράβηξαν το χέρι τους, πριν από τη λήξη της δοκιμής, σε σύγκριση με το 31% των ατόμων που δεν αντιμετώπιζαν τη συγκεκριμένη διαταραχή ύπνου. Επιπλέον, τα άτομα με πιο σοβαρές περιπτώσεις αϋπνίας είχαν μεγαλύτερη ευαισθησία στον πόνο, ενώ επίσης μεγαλύτερη ήταν σε όσους αντιμετώπιζαν παράλληλα χρόνιο πόνο.

 

Σύμφωνα με τους ερευνητές, ενώ είναι σαφές ότι υπάρχει ισχυρή σχέση μεταξύ του πόνου και του ύπνου, όπως και το ότι η αϋπνία αυξάνει τόσο την πιθανότητα όσο και την σοβαρότητα του κλινικού πόνου, δεν είναι σαφές γιατί ακριβώς συμβαίνει αυτό.

 

Η μελέτη δείχνει ότι ενδεχομένως να εμπλέκονται ορισμένοι ψυχολογικοί παράγοντες. Ωστόσο, απαιτείται περεταίρω έρευνα,  προκειμένου να διερευνηθεί και ο ρόλος των νευροδιαβιβαστών, σε αυτή τη σχέση.

 

Τα αποτελέσματα της μελέτης δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό PAIN.