31-07-2015
Το εργασιακό στρες αυξάνει τις αναρρωτικές άδειες

photo

Τα υψηλά επίπεδα εργασιακού στρες αυξάνουν τις πιθανότητες για αναρρωτικές άδειες, που  οφείλονται σε διαταραχές της ψυχικής υγείας, σύμφωνα με νέα στοιχεία.

 

Ακόμη μία μελέτη έρχεται να επιβεβαιώσει την άποψη ότι οι εργοδότες θα πρέπει να βρουν τρόπους έτσι ώστε να ελαχιστοποιήσουν το εργασιακό στρες στο προσωπικό τους, αν δεν θέλουν να δίνουν τις «αναρρωτικές», τη μία μετά την άλλη. Οι γυναίκες και όσοι  ακολουθούν ανθυγιεινό τρόπο ζωής φαίνεται να είναι πιο ευαίσθητοι στις επιπτώσεις ενός απαιτητικού εργασιακού περιβάλλοντος, υποστηρίζουν οι ερευνητές, οι οποίοι κατέληξαν στα συμπεράσματα αυτά αναλύοντας στοιχεία από σχεδόν 12.000 εργαζομένους στη Σουηδία. Σε διάστημα πέντε ετών, περίπου το 8 % πήρε αναρρωτική άδεια για λόγους ψυχικής υγείας. Από αυτούς, τα τρία τέταρτα ήταν γυναίκες.

 

Οι εργαζόμενοι με απαιτητικές θέσεις, υψηλή πίεση και ελάχιστη κοινωνική υποστήριξη στην εργασία διέτρεχαν μεγαλύτερο κίνδυνο να χρειαστούν αναρρωτική άδεια για λόγους ψυχικής υγείας, όπως κι εκείνοι που ακολουθούσαν έναν ανθυγιεινό τρόπο ζωής. Το κάπνισμα ήταν ένας σημαντικός παράγοντας κινδύνου, αλλά όχι και η χρήση αλκοόλ. Αυτό που φάνηκε, ωστόσο, ότι μειώνει τον κίνδυνο ήταν τα υψηλά επίπεδα φυσικής δραστηριότητας.

 

Σύμφωνα με την ερευνήτρια Lisa Mater και τους συνεργάτες της, τα ευρήματα αυτά έρχονται να προστεθούν σε προηγούμενες έρευνες που δείχνουν ότι οι ψυχολογικές συνθήκες στο χώρο εργασίας επηρεάζουν τα ποσοστά της αναρρωτικών αδειών για ψυχολογικούς λόγους και δύνανται να προτείνουν τρόπους για τη μείωση του κινδύνου.

 

«Οι παρεμβάσεις, οι οποίες εστιάζουν στη βελτίωση του ψυχοκοινωνικού εργασιακού περιβάλλοντος και ιδιαίτερα η μείωση των υψηλών ψυχοκοινωνικών απαιτήσεων της δουλειάς, μπορεί να αποδειχθούν αποτελεσματικές», έγραψαν οι ερευνητές.

 

«Οι προσπάθειες των εργαζομένων να ακολουθήσουν έναν υγιεινότερο τρόπο ζωής, χωρίς την αντιμετώπιση των προβλημάτων στο χώρο εργασίας, θα είναι λιγότερο αποτελεσματικές».

 

Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Occupational and Environmental Medicine.