09-11-2015
4 ερωτήσεις για την κολονοσκόπηση

photo

Το άκουσμά της και μόνο προκαλεί πανικό. Στην πραγματικότητα, όμως, αποτελεί ένα σημαντικό «εργαλείο» στα χέρια των ειδικών, το οποίο μπορεί να δώσει πολύτιμες πληροφορίες για την υγεία του εντέρου.

Μετά το αρχικό «σοκ» έρχεται η συνειδητοποίηση: Πρέπει να γίνει κολονοσκόπηση! Και τότε αρχίζουν να γεννιούνται απορίες, οι οποίες ζητούν απεγνωσμένα απάντηση.

1.Τι είναι η κολονοσκόπηση;

Είναι μία, τεράστιας σημασίας εξέταση, που ελέγχει το εσωτερικό του παχέος εντέρου και το τελικό τμήμα του λεπτού εντέρου.

2. Γιατί γίνεται;

Προκειμένου να διερευνηθούν συμπτώματα, όπως απώλεια αίματος από το έντερο, αναιμία, οξύ ή χρόνιο διαρροϊκό σύνδρομο, χρόνιο κοιλιακό άλγος, αλλαγές στις κενώσεις κ.ά.. Ενδείκνυται σε άτομα ηλικίας άνω των 50 ετών για την πρόληψη του καρκίνου και σε μικρότερη ηλικία σε άτομα με κληρονομικό ιστορικό για πολύποδες ή καρκίνο.  Με την κολονοσκόπηση, μπορεί να γίνει και θεραπευτική παρέμβαση, όπως αφαίρεση πολυπόδων, λήψη βιοψιών, καυτηριασμός αγγειοδυσπλάσιών, επεμβάσεις οι οποίες παλαιότερα απαιτούσαν χειρουργείο.

3. Τι μπορεί να αποκαλύψει;

Μπορεί να διαγνωστούν πολύποδες, καρκίνος, φλεγμονές του παχέος εντέρου (λοιμώδεις ή ιδιοπαθείς), εκκολπώματα, αγγειοδυσπλασίες  κ.ά.

4. Πώς γίνεται;

Από το απόγευμα της προηγούμενης μέρας λαμβάνονται καθαρτικά από το στόμα, προκειμένου να καθαρίσει το έντερο. Για να γίνει η εξέταση εισάγεται από τον πρωκτό ένα εύκαμπτο ενδοσκόπιο με φως και κάμερα. Με το ενδοσκόπιο εισάγεται αέρας στο έντερο έτσι ώστε να φουσκώσει και μέσω της κάμερας, ο γαστρεντερολόγος βλέπει σε μεγέθυνση το εσωτερικό του σε οθόνη. Ο εξεταζόμενος είναι ξαπλωμένος σε αριστερή πλάγια θέση (εμβρυική), φοράει ειδικό εσώρουχο και είναι σκεπασμένος. Η διαδικασία, δεν είναι επώδυνη, αφού συνήθως χορηγείται ήπια νάρκωση (μέθη).  Μετά την εξέταση ίσως να υπάρχει ένα ήπιο φούσκωμα καθώς και μια ήπια ζάλη, τα οποία υποχωρούν σε λιγότερο από μία ώρα.

5. Υπάρχουν εναλλακτικές;

Μπορεί να γίνει αξονική κολονογραφία (εικονική κολονοσκόπηση) με την οποία ο γιατρός βλέπει το έντερο σε τρισδιάστατη οθόνη. Είναι πιο απλή για τον ασθενή όμως και σε αυτήν απαιτείται η εισαγωγή αέρα στο έντερο ενώ απαραίτητη είναι και η προετοιμασία με τα καθαρτικά. Τα μειονεκτήματα είναι ότι αφενός  φαίνονται μόνο βλάβες που είναι μεγαλύτερες από μισό εκατοστό (η κολονοσκόπηση έχει μεγαλύτερη ευκρίνεια), αφετέρου δεν μπορεί να γίνει θεραπευτική παρέμβαση, γι? αυτό και προτείνεται μόνο σε ασθενείς που δεν μπορούν να υποβληθούν σε κολονοσκόπηση. Το πλεονέκτημά της είναι ότι σε περίπτωση απόφραξης  του εντέρου, ο γιατρός μπορεί να ελέγξει και το υπόλοιπο έντερο, κάτι που δεν μπορεί να γίνει με το κολονοσκόπιο. Τα τελευταία χρόνια γίνεται προσπάθεια να αξιοποιηθεί και η ενδοσκοπική κάψουλα η οποία λαμβάνεται από το στόμα και στην πορεία της βγάζει φωτογραφίες στο εσωτερικό του εντέρου. Μέχρι στιγμής όμως, χρησιμοποιείται στην κλινική πράξη κυρίως για την εξέταση του λεπτού εντέρου.