14-12-2015
Έρευνα: «Μαύρα» τα συναισθήματα των Ελλήνων, λόγω κρίσης

photo

Αρνητικά συναισθήματα, όπως ανασφάλεια, αγωνία, φόβο, θυμό, αγανάκτηση, απογοήτευση, πίκρα, θλίψη, άγχος, από την οικονομική κρίση, εκφράζει ποσοστό άνω του 44%, με τα άτομα με χαμηλό εισόδημα να εμφανίζουν το μεγαλύτερο ποσοστό, σύμφωνα με έρευνα της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας (ΕΣΔΥ), η οποία παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια του 11ου Πανελληνίου Συνεδρίου της.

Η υγεία του ελληνικού πληθυσμού καταγράφεται ως σταθερά πτωτική, παρότι το προσδόκιμο ζωής την ίδια περίοδο έχει σημειώσει άνοδο 2 μονάδων. Η συσχέτιση του αυτοαναφερόμενου επιπέδου υγείας με το εισόδημα, που κατά μέσον όρο βαθμολογείται 74% (το 100 να αντιστοιχεί σε άριστη υγεία), είναι ευθεία σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης. Επιπλέον διαπιστώνεται συσχέτιση των χρόνιων προβλημάτων υγείας με την ηλικία, την παχυσαρκία αλλά και το μορφωτικό επίπεδο.

Κοινωνική διάσταση

Όσον αφορά στην κοινωνική διάσταση της έρευνας, καταγράφηκε ότι περίπου το 1/3 των Ελλήνων, τον περισσότερο καιρό, δυσκολεύεται να ανταπεξέλθει στους λογαριασμούς, και ότι στην ομάδα του πληθυσμού που το σύνολο των εισοδημάτων κατευθύνεται σε λογαριασμούς και χρέη, η αυτοεκτίμηση υγείας είναι σημαντικά κάτω από τον μέσο όρο. Για λόγους κόστους, ένα 25% του πληθυσμού δεν έλαβε τη θεραπεία του ή δεν έκανε ενδεδειγμένες εξετάσεις.

Εξισορροπητικοί παράγοντες

Η έρευνα, ωστόσο, έδειξε ορισμένα αποτελέσματα τα οποία αποτελούν εξισορροπητικούς παράγοντες στο περιβάλλον της οικονομικής κρίσης, όπως μείωση στα ποσοστά του καπνίσματος, της κατανάλωσης οινοπνευματωδών ή κόκκινου κρέατος- μια τάση που επιβεβαιώνεται στις μελέτες των τελευταίων 13 ετών.

Ο ρόλος της γεωγραφικής θέσης

Τα υψηλότερα ποσοστά καλής υγείας καταγράφονται στην Αττική και στη Θεσσαλονίκη, ενώ τα χειρότερα στα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη, λόγω δυσχερούς πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας.

Η υγεία των νέων

Ανησυχητικό θεωρείται το ποσοστό πτώσης του επιπέδου της υγείας στις νεαρές ηλικίες, μεταξύ 2011 και 2015. Όσον αφορά τον αυτοχαρακτηρισμό του επιπέδου υγείας, ανά εισοδηματική κατηγορία, όπως ήταν αναμενόμενο, ήταν καλύτερος αναλογικά με το ύψος του εισοδήματος, με εξαίρεση τα άτομα χωρίς «καθόλου εισοδήματα», τα οποία αναφέρουν καλή υγεία. Αυτό το παράδοξο εύρημα αποδίδεται στη νεαρή ηλικία των ατόμων που ανήκουν σε αυτή την εισοδηματική κατηγορία.

Χρόνια νοσήματα

Στο 42% των ατόμων που απάντησαν στη έρευνα ανέρχεται το ποσοστό που έχει διαγνωστεί με χρόνιο νόσημα (καρδιολογικό, ενδοκρινολογικό, πνευμονολογικό). Από αυτούς, περισσότεροι από τους μισούς είναι γυναίκες, 2 στους 3 είναι υπέρβαροι και παχύσαρκοι, ενώ 1 στους 5 ασθενείς με χρόνιο πρόβλημα παραμένει καπνιστής-με την αναλογία αυτή να είναι 1 στους 3 για τους ασθενείς με χρόνιο πνευμονολογικό πρόβλημα. Η μελέτη επιβεβαιώνει, επομένως την υψηλή νοσηρότητα του μεταβολικού συνδρόμου και καταγράφει ότι ένα 59% του δείγματος που έκανε χρήση υπηρεσιών υγείας είναι παχύσαρκοι και υπέρβαροι.

Σύμφωνα με τον Πρόεδρο της Ελληνικής Επιστημονικής Εταιρείας Οικονομίας & Πολιτικής της Υγείας & Ομότιμο Καθηγητή του Τομέα Οικονομικών της Υγείας ΕΣΔΥ, Γιάννη Κυριόπουλο, από τη συγκεκριμένη μελέτη δεν καταγράφεται επιδείνωση της κατάστασης της υγείας στην Ελλάδα, όπως είναι η γενική εντύπωση.